Η πόλη μας

Login Form

Who is Online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 18 επισκέπτες και κανένα μέλος

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ:

Βιβλίο 2. Κεφάλαιο 1. §16-32

[16] Οι Αθηναίοι έχοντας ως ορμητήριο τη Σάμο λεηλατούσαν τη χώρα του βασιλιά. Και έπλεαν εναντίον της Χίου και της Εφέσου και προετοιμάζονταν για ναυμαχία και στρατηγούς εξέλεξαν επιπλέον τον Μένανδρο, τον Τυδέα και τον Κηφισόδοτο.

[17] Ο Λύσανδρος από τη Ρόδο πλέει στα παράλια της Ιωνίας προς τον Ελλήσποντο και για να εμποδίσει τον έκπλου των πλοίων και εναντίον των πόλεων που είχαν αποστατήσει από αυτούς. Έπλεαν και οι Αθηναίοι από τη Χίο στο ανοιχτό πέλαγος, γιατί η Ασία ήταν εχθρική σ΄ αυτούς. [18] Ο Λύσανδρος από την Άβυδο έπλευσε προς τη Λάμψακο που ήταν σύμμαχος των Αθηναίων · και οι Αβυδηνο και οιάλλοι ακολουθούσαν με το πεζικό· ηγείτο δε ο Θώρακας ο Λακεδαιμόνιος. [19] Αφού επιτέθηκαν στην πόλη την καταλαμβάνουν με έφοδο. Και λεηλατούσαν οι στρατιώτες που ήταν πλούσια σε κρασί και σιτηρά και γεμάτη από τα άλλα αναγκαία · τους δε πολίτες όλους τους άφησε ο Λύσανδρος ελεύθερους. [20] Οι Αθηναίοι πλέοντας από κοντά αγκυροβόλησαν στην Ελαιούντα της Χερρονήσου με εκατόν ογδόντα πλοία. Εκεί, αφού γευμάτιζαν, αναγγέλονται σ΄αυτούς τα γεγονότα της Λαμψάκου και αμέσως έπλευσαν στη Σηστό. [21] Από εκεί, αμέσως, αφού εφοδιάστηκαν με τρόφιμα έπλευσαν στους Αιγός ποταμούς απέναντι από τη Λάμψακο· είχε στο σημείο αυτό ο Ελλήσποντος πλάτος περίπου δεκαπέντε στάδια. Εκεί έπαιρναν το δείπνο τους.

Οι στόλοι των αντιπάλων εισπλέουν στον Ελλήσποντο

[22] Ο Λύσανδρος την επόμενη νύκτα, όταν ήταν κονταυγή, έδωσε σήμα αφού γευματίσουν να μπαίνουν στα πλοία, προετοιμάζοντας τα πάντα σα σε ναυμαχία και αφού κρέμασε τα παραπετάσματα στα πλευρά των πλοίων, προειδοποίησε να μην κουνηθεί κανένας από την παράταξή του ούτε να ανοιχθεί στο πέλαγος. [23] Οι Αθηναίοι από την άλλη ταυτόχρονα με την ανατολή του ηλίου παρατάχθηκαν στο λιμάνι σε μετωπική γραμμή σα σε ναυμαχία. Επειδή όμως ο Λύσανδρος δεν έπλεε εναντίον τους και ήταν πια αργά απέπλευσαν πάλι στους Αιγός ποταμούς. [24] Ο Λύσανδρος διέταξε τα πιο γρήγορα από τα πλοία του να ακολουθήσουν τους Αθηναίους και όταν αποβιβαστούν, αφού παρατηρήσουν τι κάνουν να επιστρέψουν και να τον πληροφορήσουν. Και δεν αποβίβασε τους στρατιώτες του από τα πλοία πριν αυτά επιστρέψουν. Αυτά έκανε τέσσερις μέρες · και οι Αθηναίοι έβγαιναν πάλι στο πέλαγος.

Κατάληψη θέσεων

[25]O Αλκιβιάδης βλέποντας από τα τείχη από τη μια τους Αθηναίους να είναι αγκυροβολημένοι σε αμμώδη παραλία και κοντά σε καμιά πόλη και να μεταφέρουν τα αναγκαία από τη Σηστό, δεκαπέντε στάδια από τα πλοία, και από την άλλη τους εχθρούς σε λιμάνι και κοντά σε πόλη έχοντας τα πάντα, τους είπε ότι δε βρίσκονται αγκυροβολημένοι σε καλό σημείο και τους προέτρεψε να μεθορμίσουν στη Σηστό κοντά και σε λιμάνι και σε πόλη· εκεί ευρισκόμενοι, είπε, θα ναυμαχήσετε όταν θέλετε. [26] Οι στρατηγοί όμως, περισσότερο ο Τυδέας και ο Μένανδρος, τον διέταξαν να φύγει· γιατί αυτοί ήταν τώρα στρατηγοί και όχι εκείνος. Και αυτός αποχώρησε.

Η ολιγωρία των
Αθηναίων

[27] Ο Λύσανδρος, όταν ήταν η πέμπτη ημέρα που έπλεαν εναντίον τους οι Αθηναίοι είπε σ΄αυτούς που τους ακολουθούσαν, σταλμένοι από τον ίδιο, όταν τους δουν (τους Αθηναίους) να αποβιβάζονται και να διασκορπίζονται στη Χερρόνησο (πράγμα που έκαναν πολύ περισσότερο από μέρα σε μέρα και γιατί αγόραζαν τα τρόφιμα από μακριά και γιατί περιφρονούσαν το Λύσανδρο επειδή δεν έκανε επίθεση), πλέοντας πάλι προς αυτόν να υψώσουν ασπίδα στη μέση της απόστασης. Αυτοί έκαναν αυτά, όπως διέταξε.

 

[28] Ο Λύσανδρος αμέσως διέταξε να πλεύσουν με τη μέγιστη ταχύτητα΄ακολουθούσε και ο Θώρακας με το πεζικό. Ο Κόνωνας όταν είδε την εχθρική επίθεση έδωσε σήμα να σπεύσουν με όλη τους τη δύναμη σε βοήθεια των πλοίων. Επειδή όμως οι άνθρωποι ήταν διασκορπισμένοι, άλλα από τα πλοία είχαν κωπηλάτες για δυο σειρές, άλλα για μια και άλλα ήτεν τελείως άδεια · το πλοίο του Κόνωνα και άλλα επτά γύρω του γεμάτα ανοίχτηκαν στο πέλαγος και η Πάραλος, όλα τα άλλα ο Λύσανδρος τα κατέλαβε κοντά στη στεριά. Τους περισσότερους δε άνδρες τους συνέλαβε στη στεριά· άλλοι έφυγαν προς τα μικρά τείχη. [29] Ο Κόνωνας με τα εννέα πλοία φεύγοντας, όταν έμαθε ότι ο στόλος των Αθηναίων είχε καταστραφεί, αφού πλησίασε στην Αβαρνίδα, το ακρωτήριο της Λαμψάκου, πήρε από εκεί τα μεγάλα πανιά των πλοίων του Λυσάνδρου και ο ίδιος με οκτώ πλοία έπλευσε στον Ευαγόρα, στην Κύπρο, ενώ η Πάραλος στην Αθήνα για να αναγγείλει τα γεγονότα.

Η συντριπτική ήττα των Αθηναίων

[30] Ο Λύσανδρος και τα πλοία και τους αιχμαλώτους και όλα τα άλλα τα οδήγησε στη Λάμψακο, συνέλαβε δε και από τους στρατηγούς και άλλους και τον Φιλοκλή και τον Αδείμαντο. Την ίδια μέρα που έκανε αυτά, έστειλε τον Θεόπομπο τον Μιλήσιο ληστή στη Λακεδαίμονα για να αναγγείλει τα γεγονότα, ο οποίος αφού έφτασε μετά από τρεις μέρες τα ανήγγειλε. [31] Μετά από αυτά ο Λύσανδρος αφού συγκέντρωσε τους συμμάχους τους προέτρεψε να αποφασίσουν για τους αιχμαλώτους. Εκεί διατυπώθηκαν πολλές κατηγορίες εναντίον των Αθηναίων και για όσες παρανομίες είχαν ήδη διαπράξει και για όσα είχαν αποφασίσει να κάνουν, εάν νικούσαν στη ναυμαχία, δηλαδή να κόψουν το δεξί χέρι όλων των ζωντανών, και επειδή όταν κατέλαβαν δυο τριήρεις, από την Κόρινθο και από την Άνδρο, πέταξαν όλους τους άνδρες από αυτές. Ο Φιλοκλής ήταν ο στρατηγός των Αθηναίων που τους σκότωσε. [32]Λέγονταν και άλλα πολλά και αποφάσισαν να σκοτώσουν από του ς αιχμαλώτους όσους ήταν Αθηναίοι εκτός από τον Αδείμαντο, επειδή μόνος αυτός διαφώνησε στη συνέλευση με το ψήφισμα για το κόψιμο των χεριών· από μερικούς όμως υποστηρίχθηκε ότι πρόδωσε τα πλοία. Ο Λύσανδρος αφού ρώτησε πρώτα τον Φιλοκλή, ο οποίος γκρέμισε τους Ανδρίους και τους Κορινθίους, τι ήταν άξιος να πάθει αφού άρχισε να παρανομεί στους Έλληνες, τον έσφαξε.

Η δίκη και η εκτέλεση των αιχμαλώτων

Κεφάλαιο 2. §1-4

[1] Αφού τακτοποίησε τα πράγματα στη Λάμψακο, έπλεε εναντίον του Βυζαντίου και της Καλχηδόνας. Και αυτοί τον υποδέχονταν, αφού άφησαν ελεύθερους τους φρουρούς των Αθηναίων με συνθήκες· Αυτοί που πρόδωσαν στον Αλκιβιάδη το Βυζάντιο τότε έφυγαν στον Πόντο, ύστερα στην Αθήνα και έγιναν Αθηναίοι. [2] Ο Λύσανδρος και τους φρουρούς των Αθηναίων και εάν κάπου αλλού έβλεπε κάποιον Αθηναίο, τους έστελνε στην Αθήνα, παρέχοντας ασφάλεια μόνο αν έπλεαν προς τα εκεί. Αλλού όμως όχι, επειδή γνώριζε ότι όσο τυχόν περισσότεροι συγκεντρώνονταν στο άστυ και τον Πειραιά, τόσο πιο γρήγορα θα υπήρχε έλλειψη των αναγκαίων. Αφού άφησε στο Βυζάντιο και την Καλχηδόνα το Σθενέλαο το Λάκωνα ως αρμοστή, ο ίδιος αφού απέπλευσε στη Λάμψακο, επισκεύαζε τα πλοία.

Προετοιμασίες του Λυσάνδρου για πλήρη αποκλεισμό της Αθήνας

[3] Στην Αθήνα όταν έφτασε η Πάραλος τη νύχτα διαδιδόταν η συμφορά. Και ο θρήνος από τον Πειραιά μέσω των Μακρών Τειχών έφτασε στην πόλη, αναγγέλλοντας ο ένας στον άλλο· επομένως εκείνη τη νύχτα κανένας δεν κοιμήθηκε, όχι μόνο γιατί πενθούσαν αυτούς που χάθηκαν, αλλά πολύ περισσότερο οι ίδιοι τους εαυτούς τους, επειδή νόμιζαν ότι θα πάθουν όσα έκαναν και στους Μηλίους που ήταν άποικοι των Λακεδαιμονίων, όταν επικράτησαν με πολιορκία και στους κατοίκους της Ιστιαίας και στους Σκιωναίους και στους Τορωναίους και στους Αιγινήτες και σε άλλους πολλούς από τους Έλληνες. [4] Την επόμενη μέρα συγκάλεσαν συνέλευση του λαού, στην οποία αποφάσισαν να επιχωματώσουν τα λιμάνια εκτός από ένα και να επισκευάσουν τα τείχη και να τοποθετήσουν φρουρές και σ΄όλα τ΄άλλα να προετοιμάζουν την πόλη σαν σε ναυμαχία.  

Η αναγγελία της καταστροφής. Η αντίδραση των Αθηναίων

Κεφάλαιο 2. §16-23

[16] Ενώ έτσι ήταν τα πράγματα, ο Θηραμένης είπε στη συνέλευση του λαού ότι εάν θέλουν να στείλουν αυτόν στο Λύσανδρο, θα επιστρέψει γνωρίζοντας από τους Λακεδαιμονίους για ποιο λόγο επιμένουν για το γκρέμισμα των τειχών, επειδή θέλουν να υποδουλώσουν την πόλη ή ως εγγύηση; Αφού στάλθηκε χρονοτριβούσε τρεις μήνες και πλέον, καιροφυλακτώντας πότε οι Αθηναίοι επρόκειτο εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων να αποδεχθούν ό,τι τους ζητήσει κανείς. [17] όταν επέστρεψε τον τέταρτο μήνα, ανακοίνωσε στη συνέλευση ότι ο Λύσανδρος τον κρατούσε έως τότε, έπειτα τον προτρέπει να μεταβεί στη Λακεδαίμονα· γιατί δεν ήταν αρμόδιος για όσα τον ρωτούσε αλλά οι έφοροι. Μετά από αυτά εκλέχθηκε πρεσβευτής στη Λακεδαίμονα με απόλυτη εξουσία μαζί με άλλους εννέα.

Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Θηραμένη

[18] Ο Λύσανδρος έστειλε στους εφόρους τον Αριστοτέλη, που ήταν Αθηναίος εξόριστος, μαζί με άλλους Λακεδαιμονίους για να αναγγείλει ότι απάντησε στο Θηραμένη ότι εκείνοι είναι αρμόδιοι (να αποφασίσουν) για ειρήνη και πόλεμο. [19] Ο Θηραμένης και οι άλλοι πρεσβευτές, όταν ήταν στη Σελλασία, ερωτώμενοι για ποιο λόγο ήρθαν είπαν ότι ήρθαν με απόλυτη εξουσία (να διαπραγματευτούν) για ειρήνη. Μετά από αυτά οι έφοροι διέταξαν να τους καλέσουν. Όταν ήρθαν, πραγματοποίησαν συνέλευση, στην οποία στην οποία αντιπρότειναν οι Κορίνθιοι και οι Θηβαίοι πολύ περισσότερο, και πολλοί άλλοι από τους Έλληνες, να μη συνθηκολογήσουν με τους Αθηναίους, αλλά να τους αφανίσουν.

Κρίσιμη συνεδρίαση στη Σπάρτη

[20] Οι Λακεδαιμόνιοι ισχυρίζονταν ότι δεν θα εξανδραποδίσουν ελληνική πόλη που έχει προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στους πιο μεγάλους κινδύνους που έχει αντιμετωπίσει η Ελλάδα, αλλά έκαναν ειρήνη με τον όρο και τα Μακρά Τείχη και τα τείχη του Πειραιά αφού γκρεμίσουν και τα πλοία εκτός από δώδεκα αφού παραδώσουν και αφού επαναπατρίσουν τους εξορίστους να ακολουθούν τους Λακεδαιμονίους στη στεριά και τη θάλασσα, όπου τους οδηγούν, θεωρώντας τους ίδιους εχθρούς και φίλους. [21] Ο Θηραμένης και οι πρεσβευτές που ήταν μαζί του μετέφεραν αυτά στην Αθήνα.

Η απόφαση της Σπάρτης

[22] Καθώς έμπαιναν (στην Αθήνα) τους περιτριγύρισε μεγάλο πλήθος, επιδή φοβούνταν μήπως γύρισαν άπρακτοι · γιατί δε χωρούσε πλέον αναβολή εξαιτίας του πλήθους αυτών που χάνονταν από την πείνα. Την επόμενη μέρα ανακοίνωσαν οι πρεσβευτές με ποιους όρους οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν την ειρήνη · μιλούσε εκ μέρους αυτών ο Θηραμένης, λέγοντας ότι πρέπει να υπακούσουν στους Λακεδαιμονίους και να γκρεμίσουν τα τείχη. Αφού διαφώνησαν πολλοί με αυτόν, πολύ όμως περισσότεροι αφού συμφώνησαν, φάνηκε σωστό να αποδεχθούν την ειρήνη. [23] Μετά από αυτά και ο Λύσανδρος έπλευσε στον Πειραιά και οι εξόριστοι επαναπατρίστηκαν και τα τείχη γκρέμισαν με μεγάλη προθυμία, επειδή θεωρούσαν ότι εκείνη η ημέρα ήταν η αρχή της ελευθερίας για την Ελλάδα.

Η παράδοση των Αθηνών

 Βιβλίο 2. Κεφάλαιο 3. §50-56

[50] Αφού είπε αυτά σταμάτησε, και η βουλή έγινε φανερό ότι επιδοκίμαζε με θόρυβο ευνοϊκά. Επειδή γνώριζε ο Κριτίας ότι, αν επιτρέψει στη βουλή να αποφασίσει γι΄αυτόν, θα γλίτωνε, και αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει, αφού πλησίασε και συζήτησε κάτι με τους τριάκοντα βγήκε και διέταξε αυτούς που κρατούσαν τα ξιφίδια να σταθούν φανερά στη βουλή κοντά στα κιγκλιδώματα.

Παρωδία δίκης

[51] Πάλι λοιπόν αφού μπήκε, είπε · «Εγώ, κύριοι βουλευτές, νομίζω ότι είναι καθήκον του πολιτικού αρχηγού, τέτοιου που πρέπει να είναι, ο οποίος αν βλέπει τους φίλους να εξαπατώνται να μην το επιτρέπει. Γιατί και αυτοί εδώ που στέκονται ισχυρίζονται ότι δε θα μας επιτρέψουν, εάν αθωώσουμε άνδρα που φανερά καταστρέφει το δημοκρατικό πολίτευμα.   Υπάρχει λοιπόν διάταξη στους καινούριους νόμους, κανένας από αυτούς που βρίσκονται στον κατάλογο των τριών χιλιάδων να μην πεθαίνει χωρίς τη δική σας ψήφο, για όσους όμως βρίσκονται εκτός του καταλόγου να είναι οι τριάκοντα αρμόδιοι να θανατώσουν. Εγώ, λοιπόν, είπε, διαγράφω από τον κατάλογο αυτόν εδώ το Θηραμένη, με τη σύμφωνη γνώμη όλων σας. Και αυτόν, είπε, εμείς θανατώνουμε.

 

[52] Όταν άκουσε αυτά ο Θηραμένης πήδηξε πάνω στο βωμό και είπε· « Εγώ, είπε, άνδρες, ικετεύω σ΄ ότι πιο δίκαιο υπάρχει, να μην είναι στο χέρι του Κριτία να διαγράφει ούτε εμένα ούτε όποιον τυχόν θέλει από εσάς, αλλά με όποιον ακριβώς νόμο αυτοί έγραψαν γι΄ αυτούς που βρίσκονται στον κατάλογο, σύμφωνα με αυτόν και εσείς κι εγώ να δικαζόμαστε.

Η αντίδραση του Θηραμένη

[53] Και αυτό, είπε, μα τους θεούς, δεν αγνοώ, ότι δηλαδή καθόλου δεν θα μου φτάσει αυτός εδώ ο βωμός, αλλά θέλω και τούτο να αποδείξω, ότι δηλαδή αυτοί είναι όχι μόνο με τους ανθρώπους πάρα πολύ άδικοι αλλά και με τους θεούς πάρα πολύ ασεβείς. Με εσάς όμως, είπε, άνδρες καλοί κι ενάρετοι, απορώ, γιατί δε βοηθάτε τους εαυτούς σας, αν και γνωρίζετε αυτά, ότι δηλαδή καθόλου πιο εύκολα δε διαγράφεται το δικό μου όνομα από το όνομα καθενός από εσάς».

  

[54]Μετά από αυτό (ο Κριτίας) διέταξε τους ένδεκα να συλλάβουν το Θηραμένη · αφού μπήκαν εκείνοι μαζί με τους υπηρέτες, έχοντας αρχηγό τους τον θρασύτατο και αναιδέστατο Σάτυρο, είπε ο Κριτίας· «Σας παραδίδουμε, είπε, αυτόν εδώ τον Θηραμένη που καταδικάστηκε σύμφωνα με το νόμο.
[55] Εσείς αφού τον πάρετε και τον οδηγήσετε (οι ένδεκα) όπου πρέπει να κάνετε ό,τι πρέπει».Όταν είπε αυτά, τραβούσε από τη μια μεριά του βωμού ο Σάτυρος, τραβούσαν από την άλλη οι υπηρέτες. Ο Θηραμένης όπως ήταν φυσικό και τους θεούς επικαλείτο και τους ανθρώπους να βλέπουν αυτά που γίνονται. Οι βουλευτές ησύχαζαν, επειδή έβλεπαν και τους όμοιους με το Σάτυρο κοντά στα κιγκλιδώματα και το μπροστινό μέρος του βουλευτηρίου γεμάτο φρουρούς, και επειδή δεν αγνοούσαν ότι παρευρίσκονταν αυτοί που είχαν τα ξιφίδια. [56] Αυτοί οδήγησαν τον άνδρα μέσω της αγοράς που φώναζε με πολύ δυνατή φωνή όσα πάθαινε. Λέγεται δε μια κουβέντα και αυτή του ίδιου. Όταν είπε ο Σάτυρος ότι θα κλάψει πικρά, αν δεν σιωπήσει, απάντησε με ερώτηση·« Άραγε αν σιωπήσω, είπε, δεν θα κλάψω πικρά;» και όταν ήπιε το κώνειο επειδή αναγκάστηκε να πεθάνει, λένε ότι το υπόλοιπο αφού το πέταξε μακριά σαν να έπαιζε κότταβο, είπε · «Στην υγειά του όμορφου Κριτία». Και αυτό βέβαια δεν αγνοώ, ότι δηλαδή τέτοια αποφθέγματα δεν είναι αξιόλογα, εκείνο όμως θεωρώ αξιόλογο για τον άνδρα, δηλαδή αν και παράστεκε ο θάνατος δεν έλειπε από την ψυχή του ούτε η αυτοκυριαρχία και το χιούμορ, ούτε η ετοιμότητα του πνεύματος.

Η εκτέλεση του Θηραμένη

Βιβλίο 2. Κεφάλαιο 4. §18-23

[18] Αυτά αφού είπε και αφού στράφηκε προς τους αντιπάλους παρέμενε αδρανής· γιατί και ο μάντης είχε συμβουλεύσει αυτούς να μην επιτεθούν πρωτύτερα, παρά αφού ή σκοτωθεί ή τραυματιστεί κάποιος από αυτούς· «όταν όμως γίνει αυτό, θα προηγηθούμε», είπε, «εμείς, για σας που θα ακολουθείτε θα έρθει νίκη, για μένα όμως θάνατος, όπως μου φαίνεται».
[19] Και δεν διαψεύσθηκε, αλλά, όταν πήραν τα όπλα, ο ίδιος σαν να καθοδηγείτο από κάποια μοίρα, αφού όρμησε προς τα εμπρός και έπεσε πάνω στους εχθρούς, πεθαίνει και έχει ταφεί στη διάβαση του Κηφισού· οι άλλοι όμως νικούσαν και καταδίωξαν (τους εχθρούς) μέχρι την πεδιάδα. Πέθαναν εκεί από τους τριάκοντα και ο και ο Κριτίας και ο Ιππόμαχος, από τους δέκα άρχοντες του Πειραιά ο Χαρμίδης του Γλαύκωνα, και από τους άλλους περίπου εβδομήντα. Και πήραν τα όπλα (των αντιπάλων), δεν λαφυραγώγησαν όμως τους χιτώνες κανενός από τους πολίτες. Όταν έγινε αυτό και τους νεκρούς έδωσαν πίσω μετά από σπονδές, και αφού πλησίαζαν ο ένας τον άλλο, πολλοί συζητούσαν μεταξύ τους.

Η αυτοθυσία του μάντη. Νίκη των δημοκρατικών

[20]Τότε ο Κλεόκριτος, ο κήρυκας των Μυστηρίων που είχε πολύ καλή φωνή, έκανε τους άλλους να σωπάσουν κι είπε:

«Πολίτες, γιατί μας εξορίζετε; Γιατί θέλετε να μας σκοτώσετε; Εμείς ποτέ δεν σας πειράξαμε σε τίποτα. Ίσα ίσα, μαζί σας έχουμε πάρει μέρος στα ιερότερα μυστήρια, σε θυσίες, στις λαμπρότερες τελετές· μαζί έχουμε χορέψει και σπουδάσει και πολεμήσει· μαζί έχουμε κινδυνέψει πολλές φορές, και στη στεριά και στη θάλασσα, για τη σωτηρία και την ελευθερία όλων μας.

[21] Στ' όνομα των προγονικών μας θεών, στ' όνομα των δεσμών που μας ενώνουν ―γιατί πολλοί από μας έχουν αναμεταξύ τους συγγένεια, συμπεθεριό ή φιλία― ντραπείτε θεούς κι ανθρώπους, πάψτε να κάνετε κακό στην πατρίδα! Μην ακούτε τους Τριάντα! Δεν έχουν ιερό και όσιο αυτοί, που για το δικό τους κέρδος κοντεύουν να 'χουν σκοτώσει μέσα σ' οχτώ μήνες πιο πολλούς Αθηναίους απ' όσους σκότωσαν όλοι οι Πελοποννήσιοι μαζί σε δέκα χρόνια πολέμου!
[22] Εκεί που μπορούσαμε να ζούμε ειρηνικά σαν συμπολίτες, αυτοί μας έριξαν στον πιο απαίσιο, τον πιο ανυπόφορο, τον πιο ανόσιο απ' όλους τους πολέμους ― σ' εμφύλιο σπαραγμό! Κι όμως να το ξέρετε καλά, ότι ανάμεσα σ' αυτούς που τώρα δα σκοτώσαμε είναι μερικοί που τους κλαίμε κι εμείς το ίδιο πικρά όσο και σεις! Έτσι μίλησε ο Κλεόκριτος· καθώς ακούγονταν κι αυτά πάνω σ' όσα άλλα είχαν συμβεί, οι υπόλοιποι ηγέτες των ολιγαρχικών πήραν τους άνδρες τους και τους οδήγησαν πίσω στην πόλη.

Η προσφώνηση του Κλεόκριτου

[23]Την άλλη μέρα οι Τριάντα συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα των συνεδριάσεων, ταπεινωμένοι κι εγκαταλειμμένοι· ανάμεσα στους Τρεις Χιλιάδες πάλι, στα διάφορα σημεία όπου είχαν τοποθετηθεί, ξέσπασαν παντού διαφωνίες: όσοι ευθύνονταν για σοβαρότερα αδικήματα, και γι' αυτό φοβόνταν, υποστήριζαν με πάθος ότι δεν έπρεπε να υποχωρήσουν στους επαναστάτες· όσοι πάλι δεν είχαν κανένα κρίμα στη συνείδησή τους σκέφτονταν για λογαριασμό δικό τους ―κι εξηγούσαν και στους άλλους― ότι αυτές οι συμφορές ήταν περιττές κι ότι δεν έπρεπε να υπακούουν τους Τριάντα, μήτε να τους αφήσουν να καταστρέψουν την πόλη. Τελικά αποφάσισαν με ψηφοφορία να τους καθαιρέσουν και να εκλέξουν άλλους άρχοντες· κι όρισαν δέκα, έναν από κάθε φυλή.

Διάσπαση των ολιγαρχικών

Σία Μαρουσοπούλου